Βριάρεως

Βρῐάρεως [ᾰ], , gen. Βριάρηο lbyc.45, ([etym.] βριᾰρός) a hundred-handed giant, Aegaeon, Il.1.403, Hes.Th.714: Βριάρεω στῆλαι, older name for the Pillars of Hercules, Arist.Fr.678; cf. ὄβριμος. (-ρεως is monosyll. in [dialect] Ep.)

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βριαρέως — βριάρεως masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βριάρεως — Βριάρεω̆ς , βριάρεως masc acc pl (attic epic ionic) Βριάρεω̆ς , βριάρεως masc nom sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βριάρεως — βριάρεω̆ς , βριάρεως masc gen sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βριάρεως — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν ένας από τους τρεις εκατόγχειρες γιους της Γαίας και του Ουρανού. Το όνομα προέρχεται από το βριαρός που σημαίνει στιβαρός. Βοήθησε τον Δία, μαζί με τους αδελφούς του Κόττο και Γύη, να νικήσει τους Τιτάνες που απειλούσαν… …   Dictionary of Greek

  • БРИАРЕЙ —    • Βριάρεως,          см. Έκατόγχειρες, Гекатонхейры …   Реальный словарь классических древностей

  • βριαρέω — βριάρεως masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Βριαρέων — βριάρεως masc gen pl (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βριάρηος — βριάρεως masc gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • AEGAEON — I. AEGAEON saevus et immanis, Caeli et Terrae fil. qui unô ictu centum scopulos in Iovem contorquebat. Victus demum, alligatus est a Neptuno scopulo Aegaei maris. Stat. l. 1. Achilleid. v. 209. Audierat duros laxantem Aegaeona vectes. Hesych.… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Ελλαδα - Μυθολογία — ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Το μυθολογικό υλικό είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας των αρχαίων κοινωνιών να ερμηνεύσουν τον κόσμο, τη ζωή και τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι ελληνικοί μύθοι αποτελούν μια κοινωνική, συλλογική προσπάθεια κατανόησης και… …   Dictionary of Greek

  • Βριάρεῳ — Βριάρεῳ̆ , βριάρεως masc nom pl (attic epic ionic) Βριάρεῳ̆ , βριάρεως masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.